Οι Σίνα και η Ουγγαρία
Οι Σίνα κατάγονται από τη Μοσχόπολη, γνωστό εμπορικό κέντρο κάποτε της Βόρειας Ηπείρου. Η πρώτη βέβαιη μνεία της οικογένειας αναφέρεται στον Γεώργιο Σίνα τον Πρεσβύτερο, ο οποίος στα μέσα του 18 ου αιώνα έκανε εμπόριο στη Μοσχόπολη, Βιέννη, Πέστη και Βούδα. Μετά τον θάνατό του τον διαδέχθηκε ο γιός του, ο Σίμων Σίνας ο Νεότερος (γενν. το 1753), ο οποίος ίδρυσε το 1798 αυτόνομη εταιρεία στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων με την επωνυμία «Σίμων Σίνας και Σία». Η οικογένεια αναδείχθηκε στον σπουδαιότερο προμηθευτή δημητριακών και μαλλιού, καθώς και σε μεγάλο τραπεζικό οίκο. To 1818, σε αναγνώριση της προσφοράς τους, ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Α΄ απένειμε τίτλο ευγενείας και οικόσημο στον Σίμωνα Σίνα και τους γιους του Γεώργιο και Ιωάννη, μαζί με κτήματα στο Hodos και Kizdia στον νομό Temes. Το 1832 ο αυτοκράτορας επιβεβαίωσε το οικόσημό τους και απένειμε τον τίτλο του βαρόνου της Ουγγαρίας στους Γεώργιο και Ιωάννη Σίνα.
Ο Γεώργιος Σίνας στην Ουγγαρία
Το 1803 ο Σίμων Σίνας ο Πρεσβύτερος διόρισε πληρεξούσιο εκπρόσωπο τον γιο του, τον Γεώργιο Σίνα τον Νεότερο (γενν. το 1783). Τότε η οικογένεια έκανε εκτεταμένο εμπόριο και εξαγωγές, προωθώντας εμπορεύματα για λογαριασμό τρίτων. Το πλεονέκτημά τους ήταν η γνώση της πηγής των προϊόντων και των μεγάλων εμπορικών κέντρων και αγορών — η οικογένεια ήταν χρηματοδότης και χορηγός αρκετών εργοστασίων. Χάρη στις κερδοφόρες αγοραπωλησίες που πραγματοποιούσαν, έγιναν ένας από τους πιο πλούσιους εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους της Αυστροουγγαρίας την εποχή των Ναπολεόντιων Πολέμων.
Με το επιχειρηματικό δαιμόνιο που τον διέκρινε, ο Γεώργιος Σίνας γιγάντωσε την οικογενειακή περιουσία. Συνειδητοποιώντας ότι η αγορά γαιών πρόσφερε πολύ καλές επενδυτικές ευκαιρίες, άρχισε να αγοράζει τα κτήματα των αριστοκρατών της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων που είχαν καταστραφεί οικονομικά. Όταν πέθανε, άφησε στον γιο του 29 μεγάλα κτήματα συνολικής έκτασης 1.368.000 στρεμμάτων, τα οποία βρίσκονταν στην Αυστρία, την Ουγγαρία, την Μοραβία, την Ελλάδα, την Ιταλία και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Τα ακίνητα της οικογένειας αυξάνονταν και στην Πέστη, το νέο κέντρο της Ουγγαρίας, που μεγάλωνε ραγδαία. Στη Συνοικία Λεοπόλδου (κέντρο της σύγχρονης Πέστης), όπου πήγαιναν να εγκατασταθούν όλο και περισσότεροι Έλληνες που διέβλεπαν τα πλεονεκτήματα της νέας συνοικίας, το 1840 οι Σίνα είχαν 7 σπίτια.
Πάντως, εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σταδιοδρομία του Γεωργίου Σίνα, είναι η σχέση του με τον κόμη István Széchenyi, τον «μεγαλύτερο των Ούγγρων». Ήταν ο πρώτος που στήριξε την υλοποίηση των σχεδίων του κόμη. Χωρίς τη συνδρομή του δύσκολα ή καθόλου δεν θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα η Γέφυρα των Αλυσίδων ή τα προγράμματα του Széchenyi που αφορούσαν τον σιδηρόδρομο ή την ατμοπλοΐα. Το 1832 ο κόμης Széchenyi ίδρυσε την Κοινοπραξία της Γέφυρας και πρόσφερε στον Σίνα να μπει επικεφαλής του προγράμματος κατασκευής της Γέφυρας των Αλυσίδων. Ο Σίνας, ο πιο πλούσιος και ισχυρός τραπεζίτης της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, αποδέχθηκε την πρόταση το 1837 και η συνδρομή του έκανε εφικτή την υλοποίηση του σχεδίου του Széchenyi. Η Γέφυρα των Αλυσίδων, η οποία ήταν η πρώτη μόνιμη γέφυρα της Ουγγαρίας, παραδόθηκε στο κοινό το 1849, εξασφαλίζοντας τη σύνδεση των δύο τμημάτων της χώρας σε σταθερή βάση, κάτι που είχε ανεκτίμητη σημασία για το εμπόριο. Ο Γεώργιος Σίνας υποστήριξε επίσης τα σχέδια του κόμη για την καθιέρωση της ατμοπλοΐας και του σιδηροδρόμου. Στους πρώτους μετόχους της Ατμοπλοΐιας Δουνάβεως Α.Ε. ανήκε και ο Ιωάννης Σίνας, ετεροθαλής αδελφός του Γεωργίου Σίνα. Όσο για τον σιδηρόδρομο, o Széchenyi έριξε όλο το βάρος του για να στηρίξει το σχέδιο του Σίνα για τη χάραξη της γραμμής (Βιέννη, Wiener Neustadt, Sopron/Ödenburg, Győr/Raab). Ο Σίνας έφερε και την πρώτη ατμομηχανή —τη «Φιλαδέλφεια»— της γραμμής από την Αμερική.
Η Γέφυρα των Αλυσίδων, η πρώτη πέτρινη γέφυρα που ένωνε τη Βούδα με την Πέστη
Μετά τη μεγάλη πλημμύρα της Πέστης, το 1838, όταν καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά το κέντρο της ουγγρικής πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα να μείνουν άστεγοι χιλιάδες κάτοικοι, ο Γεώργιος Σίνας έδωσε χαμηλότοκα δάνει πολλών εκατομμυρίων στον δήμο και πρόσφερε άμεσο βοήθημα ύψους 40.000 φιορινίων. Για τον λόγο αυτό αναγορεύθηκε επίτιμος δημότης της Βούδας, του Szeged και του Arad.
Σίμων Σίνας ο Νεότερος (1810 –1876)
Ο γιος του Γεωργίου Σίνα, Σίμων Σίνας ο Νεότερος είχε καλή ανατροφή. Τέλειωσε το γυμνάσιο στη Βιέννη και σπούδασε στο εδώ πανεπιστήμιο Φιλοσοφία, Ιστορία και Οικονομολογία. Είχε κλίση στις ξένες γλώσσες: εκτός από τα Ελληνικά, Ουγγρικά και Γερμανικά που χρησιμοποιούσαν στην οικογένεια και στο ευρύτερο περιβάλλον του, μιλούσε επίσης αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Συμπαθούσε τους Ούγγρους και στήριζε σε όλα τις προσπάθειες της Ουγγαρίας.
Όταν παρέλαβε την οικογενειακή περιουσία, έσπευσε να κάνει μεγάλες δωρεές σε διάφορα ιδρύματα της Ουγγαρίας. Στη διάρκεια της ζωής του ενίσχυε τον ουγγρικό πολιτισμό με μια γενναιοδωρία που θα ζήλευαν και οι Ούγγροι αριστοκράτες, συνεισφέροντας, μεταξύ άλλων, στην ανέγερση του Εθνικού Θεάτρου, της Βασιλικής του Αγ. Στεφάνου και της Ακαδημίας Εικαστικών Τεχνών. Εκτός από το μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών, υπήρξε ο μεγαλύτερος χορηγός του μεγάρου της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών με δωρεά 80.000 χρυσών φιορινίων. Σε αναγνώριση της προσφοράς του στον ουγγρικό πολιτισμό το 1858 εξελέγη μέλος του Δ.Σ. της Ακαδημίας.
Εκτός από αυτά, έχοντας καταλάβει ότι η επίλυση των κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων δεν είναι εφικτή με πρόχειρα «πυροσβεστικά μέτρα», ενίσχυε οικονομικά διάφορους οικονομικούς συλλόγους, σχολές και εκθέσεις, στις οποίες λάμβαναν μέρος με επιτυχία και τα δικά του κτήματα.
Βοηθούσε οικονομικά ταλαντούχους καλλιτέχνες της εποχής του: τον ζωγράφο Miklós Barabás και τον γλύπτη Miklós Izsó. Ανέθεσε στον Barabás να απαθανατίσει την κατάθεση του θεμελίου λίθου της Γέφυρας των Αλυσίδων σε έναν μεγάλο πίνακα ζωγραφικής, τιμώντας τη μνήμη του πατέρα του. Όταν ολοκληρώθηκε, δώρισε τον πίνακα στην Πινακοθήκη του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου. (Σήμερα εκτίθεται στη μόνιμη έκθεση του μουσείου.)
Παράλληλα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα ήταν πρέσβης της Ελλάδας στην Αυστρία, Βαυαρία και Πρωσία.
Κείμενο: Eszter B. Kerényi, μουσειολόγος