Η ταυτότητα της Ουγγαρίας
Έκταση : 93 030 km²
Πληθυσμός : 10 062 000
Σύνορα με :
Αυστρία, Σλοβακία, Ουκρανία, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο, Κροατία, Σλοβενία
Επίσημη γλώσσα : Ουγγρικά
Πρωτεύουσα : Βουδαπέστη (1 800 000 κάτοικοι)
Μεγαλύτερες πόλεις : Debrecen,
Miskolc, Szeged, Pécs, Győr
Νόμισμα : φιορίνι Ουγγαρίας (HUF)
Κυριότεροι ποταμοί :
Δούναβης (417 km), Τίσα (597 km)
Μεγαλύτερες λίμνες :
Μπάλατον (596 km²), Λίμνη Βέλεντσε (26 km²)
Φυσική γεωγραφία
Η Ουγγρία βρίσκεται στο λεκανοπέδιο των Καρπαθίων, στη συμβολή τριών κλιματολογικών ζωνών. Τα δύο τρίτα της καλύπτονται από πεδιάδες (υψόμετρο κάτω των 200 m) με εύφορο χώμα από ασβεστούχο πηλό, και η υπόλοιπη έκτασή της αποτελείται από λοφώδεις περιοχές και μέτριες σε ύψος οροσειρές με πολύμορφη δομή. Υψηλότερο σημείο: Kékes (1014 m) στην οροσειρά Mátra.
Οικονομία
Χάρη στις ταχύρρυθμες αλλαγές της δεκαετίας του 1990, η Ουγγαρία απέκτησε μια σύγχρονη ελεύθερη οικονομία, με καθοριστικό τον ρόλο του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η οικονομία ενσωματώθηκε στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης και οι εξαγωγές έγιναν ένας από τους μοχλούς της οικονομικής ανάπτυξης. Με την ένταξη του 2004 οι σχέσεις της με τα κράτη της Ε.Ε. συσφίχθηκαν ακόμη περισσότερο: επί του παρόντος το 75% των εξαγωγών κατευθύνεται προς την περιοχή αυτή. Στο ουγγρικό εξωτερικό εμπόριο κυριαρχούν τα βιομηχανικά προϊόντα και ιδίως τα μηχανήματα και τα μεταφορικά μέσα. Το 2006 οι συνολικές εξαγωγές της Ουγγαρίας ανήλθαν στα 58 δις ευρώ.
Η Ουγγαρία είναι η μεγάλη κερδισμένη από την εισροή ξένου κεφαλαίου, καθώς ο όγκος των κεφαλαίων του εξωτερικού ανέρχεται στα 55 δις ευρώ, που είναι τα υψηλότερα κατά κεφαλήν ποσοστά στην περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης. Οι κατασκευές οχημάτων και ηλεκτροκίνητων μηχανημάτων συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό επενδύσεων εξωτερικού, αλλά σημαντικά κεφάλαια επενδύθηκαν και στον τομέα των υπηρεσιών. Το 80% των επενδύσεων προήλθε από την Ε.Ε. Οι επενδύσεις αυτές συνέβαλαν καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και στην αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών.
Εθνική σημαία
Η σημαία της Ουγγρικής Δημοκρατίας αποτελείται από τρεις ισοπαχείς λωρίδες ερυθρού, λευκού και πράσινου χρώματος.
Από την Εποχή των Μεταρρυθμίσεων (1830–40) γινόταν συνειδητή χρήση των χρωμάτων αυτών στις πολιτικές συγκεντρώσεις. Ο πρώτος νόμος περί εθνικής σημαίας θεσπίστηκε την εποχή του Αγώνα για την Ανεξαρτησία που ξέσπασε εναντίον των Αψβούργων (1848–49). Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει τη δύναμη, το λευκό την πίστη και αφοσίωση και το πράσινο την ελπίδα.
Λίγη ιστορία
Μετά από περιπλανήσεις αιώνων στις στέπες της Ανατολικής Ευρώπης, οι Ούγγροι έφτασαν στην οριστική πατρίδα τους, το λεκανοπέδιο των Καρπαθίων, το 896 μ.Χ., όπου εγκαταστάθηκαν στον χώρο που κάποτε ανήκε στο κράτος των Αβάρων και το 1000, με τη στέψη του βασιλιά Αγίου Στεφάνου, ίδρυσαν δικό τους χριστιανικό κράτος κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Ο πίνακας Η άφιξη των Ούγγρων του Mihály Munkácsy (1844–1900) απαθανατίζει την είσοδο των ουγγρικών φύλων στο λεκανοπέδιο των Καρπαθίων και κοσμεί μια αίθουσα του μεγάρου της Ουγγρικής Βουλής
Σύντομα η Ουγγαρία έγινε ισχυρό προπύργιο του Χριστιανισμού. Η ανάπτυξή της ανακόπηκε τον 13 ο αι. από την επιδρομή των Τατάρων και από τις αρχές του 16 ου αι. από την Τουρκοκρατία. Το 1541 η βασιλική πρωτεύουσα, η Βούδα, αλώθηκε από τους Οθωμανούς, και η Ουγγαρία διασπάστηκε σε τρία μέρη: στα δυτικά η εξουσία πέρασε στα χέρια των Αψβούργων, τα κεντρικά μέρη κρατούσαν οι Τούρκοι, και στα νοτιοδυτικά, στην Τρανσυλβανία, δημιουργήθηκε μια αυτόνομη ουγγρική ηγεμονία. Η Τουρκοκρατία κράτησε 150 χρόνια και μόλις το 1686 άρχισε να ανασυγκροτείται η κρατική οργάνωση του ουγγρικού βασιλείου.
Μετά την εκδίωξη των Τούρκων η Ουγγαρία έγινε πολυεθνικό κράτος. Οι Αψβούργοι την αντιμετώπιζαν ως μεθοριακή ζώνη της αυτοκρατορίας τους και κατέπνιγαν τις προσπάθειες ανεξαρτητοποίησης. Τον 18ο αιώνα, όταν κόπασε η αναστάτωση που έφεραν οι πόλεμοι με τους Τούρκους και τα επαναστατικά κινήματα, ακολούθησαν δεκαετίες σχετικά ήρεμης ανάπτυξης. Μετά τις μεγάλες καταστροφές η χώρα ανοικοδομήθηκε και πάλι: ανεγέρθηκαν μέγαρα, καθεδρικοί ναοί, βιβλιοθήκες και σχολεία, αναγεννήθηκαν τα γράμματα, τα οποία έπαιρναν ώθηση από το κίνημα για την ανανέωση της ουγγρικής γλώσσας.
Το πρώτο μισό του 19 ου αιώνα υπήρξε η ηρωική εποχή της ουγγρικής ιστορίας αλλά και της λογοτεχνίας. Οι εθνοσυνελεύσεις («δίαιτες») και οι κοινωνικές ανακατατάξεις της εποχής έθεσαν τα θεμέλια της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων και της ανόδου της αστικής τάξης, ενώ τα Ουγγρικά στην ανανεωμένη μορφή τους έγιναν η γλώσσα του πολιτειακού βίου.
Η μάχη του Tápióbicske (Πίνακας του Mór Than)
Το κίνημα παθητικής αντίστασης με το οποίο αντιδρούσαν οι Ούγγροι στη βίαιη καταστολή του Αγώνα του 1848–49 έφερε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την αυτοκρατορική αυλή, με αποτέλεσμα να επιτευχθεί το 1867 ο ιστορικός Συμβιβασμός Αυστριακών και Ούγγρων και να ιδρυθεί η Δυαδική Μοναρχία με τις δύο πρωτεύουσες, τη Βιέννη και την Πέστη και Βούδα.
Τα πενήντα περίπου χρόνια από τον Συμβιβασμό έως και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σημαδεύτηκαν από τη ραγδαία άνοδο της αστικής τάξης και τη θεαματική ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Στις αρχές του 20 ού αιώνα η πνευματική αναγέννηση άρχισε να γίνεται αισθητή σε όλους τους τομείς του πολιτισμού και άκμαζαν τα γράμματα, οι τέχνες και η μουσική. Μαζί με τη Βιέννη, η Βουδαπέστη γίνεται το κυριότερο κέντρο του Jugendstil, μεσευρωπαϊκού αντίστοιχου της αρ νουβό.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος διέλυσε την Ουγγαρία, η οποία με τη Συνθήκη του Τριανόν που ακολούθησε τη στρατιωτική ήττα της, έχασε το 70% των εδαφών και το 56% του πληθυσμού της μαζί με τους πόρους βιομηχανικών πρώτων υλών και την αγορά της μεταποιητικής βιομηχανίας της.
Ο μεσοπόλεμος ελάχιστα συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό και o Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε τις εξελίξεις που μόλις είχαν ξεκινήσει. Το 1946 η αβασίλευτη δημοκρατία διέθετε όλα τα εχέγγυα για μια ομαλή δημοκρατική πορεία, αλλά η λαϊκή δημοκρατία που ανακηρύχθηκε μετά από πίεση των Σοβιετικών εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Μετά την καταστολή της επανάστασης της 23 ης Οκτωβρίου του 1956 το δικτατορικό καθεστώς υιοθέτησε, τουλάχιστον τυπικά, μια πιο ήπια στάση και με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 1968 επιδίωξε την εγκαθίδρυση ενός «εδραιωμένου» σοσιαλιστικού καθεστώτος. Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 εντάθηκαν τα κινήματα των αντικαθεστωτικών και της ανεξάρτητης διανόησης και ως συνέπεια της γενικευμένης κρίσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας στα τέλη της ίδιας δεκαετίας άρχισε η μετάβαση στη μεταπολίτευση και τον εκδημοκρατισμό.
Οι επιτυχίες στην υιοθέτηση της ελεύθερης οικονομίας και στην εδραίωση του δημοκρατικού κράτους δικαίου έφεραν την Ουγγαρία στην πρώτη γραμμή των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η Ουγγαρία το 1999 προσχώρησε στο ΝΑΤΟ και την 1 η Μαΐου 2004 έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένεται να προσχωρήσει στη ζώνη Σένγκεν στις αρχές του 2008.
Εθνικές εορτές
Οι εθνικές εορτές των Ούγγρων —η 15 η Μαρτίου, η 20 ή Αυγούστου, η 23 η Οκτωβρίου— είναι αφιερωμένες σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα της ιστορίας τους.
Στις 20 Αυγούστου οι Ούγγροι τιμούν τον ιδρυτή του ουγγρικού κράτους, βασιλιά Στέφανο, άγιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από το 1083 και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας από το 2000.
Στις 15 Μαρτίου 1848 στην Πέστη μια ομάδα ανθρώπων του πνεύματος, κυρίως νεαροί συγγραφείς και ποιητές, κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο διαμαρτυρόμενοι κατά της καταπίεσης από τους Αυστριακούς. Πήραν με το μέρος τους πρώτα τους φοιτητές και μετά τους αστούς της Πέστης. Ως το τέλος της ημέρας οι διαδηλωτές έφτασαν τις δεκάδες χιλιάδες, είχε ξεσπάσει η επανάσταση.
Η οικονομική πολιτική της κομμουνιστικής κυβέρνησης που ήρθε στην εξουσία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως το 1953 είχε οδηγήσει την Ουγγαρία στο χείλος του γκρεμού. Το φθινόπωρο του 1956 οι φοιτητές στα πανεπιστήμια της Βουδαπέστης άρχισαν να προβάλλουν τα αιτήματά τους και οργάνωσαν μια μεγάλη διαδήλωση για την 23 η Οκτωβρίου. Είχαν συγκεντρωθεί σε διάφορα σημεία της πόλης διακόσιες χιλιάδες λαού που κήρυξαν επανάσταση, η οποία κατεστάλη από τα σοβιετικά στρατεύματα στις 4 Νοεμβρίου.