Μοναδικές αξίες στην Ουγγαρία

Πλήθος ιδιαίτερων και ξεχωριστών γνωρισμάτων διακρίνουν αυτή την ενδιαφέρουσα και ποι­κι­­λόμορφη χώρα της Κεντρικής Ευρώπης, όπως είναι η γλώσσα που μιλούν οι Ούγγροι, το το­­πίο, οι παραδόσεις, η λαογραφία, ο πνευματικός και ο υλικός πολιτισμός, τα ήθη και τα έθι­μα, τα αυτόχθονα ζώα, τα φρούτα και τα μπαχαρικά με την απαράμιλλη γεύση και άρωμα, η γαστρονομία, τα κρασιά και τα ποτά.

Η ουγγρική γλώσσα

Η κληρονομιά της Ανατολής που είχαν φέρει οι πρόγονοι των Ούγγρων από τις μετακινήσεις τους σώζεται μόνο στα ενδότερα του πολιτισμού και πρώτα από όλα στην ουγγρική (μα­γυά­ρικη) γλώσσα, η οποία συνδέεται με την κουλτούρα των λαών της Ανατολής μέσω της προ­έ­λευ­­σης του βασικού λεξιλογίου, της γραμματικής δομής και της μυθοπλαστικής ποιη­τι­κό­τη­τας.

Κυρίως οι 17 γραμματικές πτώσεις και η πολύπλοκη κλίση του ρήματος κάνουν δύσκολη την εκ­μάθηση της ουγγρικής γλώσσας, η οποία ανήκει στην οικογένεια των φιννοουγρικών γλωσσών και οι απαρχές τις ανάγονται σε μια εποχή πριν από 2500–2800 χρόνια. Γλωσσικοί συγγενείς των Ούγγρων (Μαγυάρων) είναι οι Λάπωνες, οι Φινλανδοί, οι Εσθονοί και πολλοί μικροί λαοί που ζουν στη σημερινή Ρωσία, στην περιοχή των Ουραλίων και του Βόλγα.

Η Ουγγρική ομιλείται επί του παρόντος από 15 εκατομμύρια άτομα περίπου. Αποτελεί μη­τρική γλώσσα των 10 εκατομμυρίων κατοίκων της Ουγγαρίας και αρκετών εκατομμυρίων Ούγ­γρων που ζουν στις γειτονικές χώρες. Σημαντική είναι η ουγγρική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη, στη Βόρεια και Νότια Αμερική και στην Αυστραλία.

Η ουγγρική στέπα

Ορισμένες ποικιλίες φυτών και είδη ήμερων ζώων που απαντούν μόνο στην περιοχή αυτή έχουν μια αδιάκοπη παρουσία στη ζωή των Ούγγρων εκατοντάδες χρόνια τώρα, όπως το στα­χτί βόδι της στέπας με τα τεράστια κυρτά κέρατα.

Η μοναδικότητα της ουγγρικής στέπας οφείλεται στο ότι παραμένει από πολλές απόψεις αναλλοίωτη εδώ και πολλούς αιώνες και διαφυλάχθηκε από τις αρνητικές επιδράσεις του πολιτισμού. Το Hortobágy, ο μεγαλύτερος συνεχόμενος φυσικός λιβαδότοπος της Ευρώπης, έκτασης 82 χιλιάδων εκταρίων, αποτελεί κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, με ένα εθνικό πάρ­κο, η μοναδική χλωρίδα και πανίδα του οποίου βρίσκεται υπό την προστασία της ΟΥΝΕ­ΣΚΟ ως μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς. Αναπόσπαστο μέρος του τοπίου της ουγγρικής στέ­πας αποτελούν τα κοπάδια των προβάτων ράτσας ratzka, οι καλύβες των τσομπάνων, οι στάβλοι, τα καλπάζοντα άλογα, τα γεράνια για την άντληση του νερού, η περίφημη Γέφυρα με τις Εννιά Καμάρες του ποταμού Hortobágy και δίπλα της το Χάνι και το Μουσείο Ποι­μενι­κής Ζωής. Το Χάνι του Hortobágy είναι από τα πιο γνωστά πανδοχεία και ταβέρνες της Ουγ­γαρίας.

Η ουγγρική κουζίνα

Η απράμιλλη γεύση καθιστά ξεχωριστά τα ουγγρικά φαγητά και η χαρακτηριστική εμφάνισή τους με τo πλούσιο βαθυκίτρινο ή κόκκινο χρώμα οφείλεται στο «κόκκινο χρυσάφι», την πά­πρικα. Η ουγ­γρική κουζίνα έχει να προσφέρει πολλά περίτεχνα εδέσματα για εκλεκτούς ου­ρανίσκους, αλλά τα δύο πιο γνωστά φαγητά —το γκούλας (gulyás) και το pörkölt— αρχικά ήταν φαγητά των βοσκών.

Το γκούλας είναι γνήσια ουγγρική σπεσιαλιτέ, αν και θα το βρείτε στο μενού πολλών εστια­τορίων του εξωτερικού. Όπως είναι φυσικό, οι ξένες εκδοχές του γκούλας επηρεάζονται από τις ιδιαιτερότητες της τοπικής κουζίνας και τις δημιουργικές καινοτομίες των απανταχού σεφ. Το φημισμένο αυτό φαγητό οφείλει το όνομά του στους αγελαδάρηδες που βόσκουν τα κο­πά­δια βοοειδών. Απαραίτητο μπαχαρικό του γνήσιου γκούλας είναι η καυτερή πιπεριά: γκούλας χωρίς πάπρικα δεν νοείται.

Το όνομα του pörkölt («τσιγαριστό») αναφέρεται στον τρόπο παρασκευής, στο τσιγάρισμα. Pör­költ γίνεται από όλα τα κρέατα: χοιρινό, βοδινό, μοσχαρίσιο, προβατίσιο, ζαρκαδίσιο, ελα­φίσιο ή κρέατα πουλερικών. Οι καλοφαγάδες προτιμούν τα pörkölt που φτιάχονται σε μι­κρά καζάνια, σε ανοιχτή φωτιά στο ύπαιθρο.

Όποιος έρθει στην Ουγγαρία και βρεθεί στις όχθες του Δούναβη, του Τίσα ή της Μπάλατον, σίγουρα θα κάνει τη γνωριμία της τοπικής ψαρόσου­πας. Η ουγγρική ψαρόσουπα διαφέρει κα­τά περιοχές, με μόνο κοινό χαρακτηριστικό ότι προσφέρει αξέχαστη γαστρονομική εμπει­ρία.

Εκτός από τα φαγητά της ουγγρικής κουζίνας και το σαλάμι Ουγγαρίας είναι περιζήτητο σε όλο τον κόσμο. Στη Βουδαπέστη παράγεται η μάρκα Herz και στο Szeged η μάρκα Pick, με βάση το εκλεκτό χοιρινό κρέας, με πολύ μεράκι και σύμφωνα με συνταγές που αποτελούν επτα­­­σφρά­γιστο μυστικό. Η τεχνολογία παρασκευής και η γεύση του σαλαμιού Pick παραμέ­νει απα­ράλλακτη από το 1869 έως σήμερα.

Κατά τη διάρκεια του ουγγρικού πολιτιστικού φεστιβάλ «Η Ουγγαρία στην Αθήνα», από 25 Μαΐου έως 3 Ιουνίου 2007 θα σερβίρονται ουγγρικά φαγητά και κρασιά στο εστιατόριο Βυ­ζαντινό του Ξενοδοχείου Χίλτον της Αθήνας. Θα έρθουν Ούγγροι μάγειρες στην Αθήνα ειδι­κά για την περίσταση και Ούγγροι χορευτές και μουσικοί θα προσφέρουν ψυχαγωγία στο κοι­νό.

Τοπικά ποτά

Η Ουγγαρία προσφέρει εξαιρετικά απεριτίφ, κυρίως αποστάγματα φρούτων (παλίνκα), το λικέρ Unicum και το ξηρό κρασί szamorodni του Tokaj.

Η προστασία της ονομασίας προέλευσης των ουγγρικών αποσταγμάτων φρούτων διασφα­λί­ζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποστάγματα γί­νον­ται από όλα σχεδόν τα φρούτα. Στην Ουγ­­γαρία φτιάχνονται κυρίως από δαμάσκηνα, βερίκοκα, κεράσια, αχλάδια, φράουλες καθώς και από ζυμωμένα στέμφυλα (τσίπουρα).

Το ρακοπότηρο είναι φαρδύ κάτω και στενεύει πάνω. Τα αποστάγματα πίνονται σε θερ­μο­κρα­­σία δωματίου, αφού ζεσταθούν λίγο στο χέρι, για να αναδώσουν το άρωμά τους που εισπνέ­ουμε από τη μύτη και να αντιλαμβανόμαστε πιο έντονα τη γεύση του ώριμου φρούτου στο στόμα μας.

Το πιο φημισμένο λικέρ πήρε το όνομά του από τον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Ιω­σήφ Β΄. «Das ist ein Unicum» (Αυτό είναι όντως μονα­δικό), αναφώνησε όταν ο Ούγγρος αυ­λικός γιατρός του, ο δόκτωρ Zwack το 1790 του έδωσε να δοκιμάσει το ποτό που επινόησε για την ανα­κού­φιση των στομαχικών προβλημάτων του. Πρόκειται για ένα εκλεκτό ημίπικρο μπίτερ βοτάνων με πολυσύνθετη γεύση, η βιομηχανική παραγωγή του οποίου ξεκίνησε το 1840. Το Unicum πίνεται παγωμένο ή σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, ανάλογα με τις προτι­μή­σεις και τη διάθεσή μας. Ένα αστείο λέει: «Σε μικρές ποσότητες το Unicum αποτελεί φάρμακο, σε μεγάλες... πανάκεια». Πάντως, λίγη προσοχή δεν βλάπτει, αφού ως γνωστόν τα θε­ρα­­πευτικά σκευάσματα συχνά έχουν και τις παρενέργειές τους...

Παγκόσμιας φήμης κρασιά

Στις ηλιόλουστες πλαγιές και στις πεδιάδες της Ουγγαρίας η αμπελουργία έχει μακρά παρά­δοση, σχεδόν τριών χιλιάδων ετών. Ενδεικτικό των επιδόσεων των αμπελουργών είναι το διά­ταγμα της Μαρίας Θηρεσίας (βασίλισσας της Ουγγαρίας, 1717–1780), το οποίο ορίζει ότι οι πρίγκιπες των Αψβούργων πρέπει να πίνουν κρασί του Somló την πρώτη νύχτα του γάμου, για να αποκτήσουν άρρενες απογόνους.

Έξω από το Tokaj και από καμιά εικοσαριά χωριά της περιοχής παράγεται το φημισμένο κρασί που τα τελευταία χρόνια σημειώνει όλο και μεγαλύτερη επιτυχία στους πιο έγκυρους διεθνείς οινολογικούς διαγωνισμούς κατακτώντας οπαδούς εντός και εκτός Ουγγαρίας. Το Tokaj βγάζει ξηρά κρασιά, «szamorodni» και λιαστό κρασί, το περίφημο «τοκάυ». Η μοναδικότητα διακρίνει το szamorodni και ιδίως το τοκάυ. Ο φυσικός γλυκός οίνος τοκάυ είναι απίθανα γλυκόπιοτο και ανήκει στα καλύτερα επιδόρπια κρασιά του κόσμου. Η γεύση του ασκεί μια συνδυασμένη επί­δραση στις αισθήσεις μας, συν­δυά­ζοντας τα αρώματα του τρυφερού πράσινου καρυ­διού, της κα­ρα­μελωμένης ζάχαρης, των διαφόρων αποξηραμένων φρούτων, της φλούδας πορτοκαλιού και του αμύγδαλου.

Τα θεσπέσια αυτά κρασιά έφταναν και στις βασιλικές αυλές. Γοητευμένος από το τοκάυ που του προσφέρθηκε ως δώρο, ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ (ο Βασιλιάς-Ήλιος) το αποκάλεσε τιμητικά «Οίνο των βασιλέων, βασιλέα των οίνων». Το απολάμβαναν ευχαρίστως ο τσάρος Μέγας Πέτρος, η Μεγάλη Αικατερίνη και ο Φρειδερίκος Β΄, αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ ο Βολταίρος, ο Γκαίτε και ο Σούμπερτ το χρησιμοποιούσαν σαν πηγή έμπνευσης και καλής διάθεσης.

Το όνομα του κρασιού «Αίμα του Ταύρου» σχετίζεται στις παραδόσεις με τα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας. Λέγεται ότι κατά την πολιορκία του κάστρου του Eger, το 1552, όταν οι υπερασπιστές άρχισαν να εμφανίζουν σημάδια κόπωσης στον αδιάκοπο, υπεράνθρωπο αγώνα, ο διοικητής του κάστρου, ο István Dobó, διέταξε να ανοίξουν τα κελάρια και μοίρασε κρασί στους μαχητές. Τα παλικάρια άδειαζαν τις κούπες, γεμάτες μαύρο κρασί του Eger, που χυνόταν στα γένια και τον θώρακά τους. Βλέποντας το κόκκινο υγρό να στάζει από το μου­στάκι και τα γένια των αμυνομένων, οι πολιορκητές άρχισαν να διαδίδουν ότι οι Ούγγροι πί­νουν αίμα ταύρου και γι’ αυτό δεν χάνουν ποτέ τη δύναμή τους.

Οι Ούγγροι αμπελουργοί φτιάχνουν ποικίλα κρασιά εκλεκτής ποιότητας με ξεχωριστά γευ­στικά χαρακτηριστικά, από τα ήρεμα και αρμονικά κρασιά των καθημερινών έως τα νέκταρ των εορτών. Μια έκθεση με ταμπλό που παρουσιάζει 22 οινοπαραγωγές περιοχές και ξεχω­ριστά κρασιά της Ουγγαρίας θα λειτουργήσει στο Ξενοδοχείο Χίλτον της Αθήνας, στον χώρο μπροστά στο εστιατόριο Βυζαντινό από 25 Μαΐου – 3 Ιουνίου 2007.

Γλυκίσματα

Η φημισμένη Τούρτα Dobos πήρε το όνομά της από τον ζαχαροπλάστη József C. Dobos, ο οποί­ος ξάφνιασε τους φίλους των γλυκισμάτων με το δημιούργημά του το 1884: έβαζε ανά­μεσα στα λεπτά φύλλα παντεσπάνι κρέμα βουτύρου με βανίλια και κακάο (αυτή ήταν η εφεύ­ρεσή του) και σκέπαζε το επάνω μέρος της τούρτας με κεχριμπαρένιο γλάσο από καρα­με­λωμένη ζάχαρη. Η τούρτα Dobos ήταν από τα αγαπημένα γλυκά της Σίσσυ της Αυστρίας. Το εργαστήρι ζαχαροπλαστικής της Πέστης έκανε και μεγάλες εξαγωγές: οι τούρτες του József C. Dobos μεταφέρονταν σε ειδικά ξύλινα κουτιά στις γειτονικές χώρες.

Πάνε εκατό περίπου χρόνια που ξεκίνησε τη θριαμβευτική του πορεία ένα άλλο επιδόρπιο, η Κρέ­πα Gundel. Η δημιουργία αυτή του Károly Gundel, ιδιοκτήτη του ομώνυμου εστιατορίου και συνάμα εξαίρετου μάγειρα και ζαχαροπλάστη, δεν λείπει από κανένα ουγγρικό εστιατό­ριο και είναι από τα πιο προσφιλή γλυκίσματα.

Και η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί με το Γλυκό του Somló, την Πάστα Gerbeaud και με τόσους άλλους γλυκούς πειρασμούς της Ουγγαρίας.

Από 25 Μαΐου έως 3 Ιουνίου μπορείτε να παραγγείλετε ουγγρικές πάστες και γλυκίσματα, φτιαγμένα από κορυφαίους ζαχαροπλάστες του Gerbeaud, του καλύτερου ζαχαροπλαστείου της Ουγγαρίας, από τον κατάλογο του Aethrion Café του Χίλτον της Αθήνας (δεξιά από την είσο­δο).

Ο παραδοσιακός πολιτισμός

Η παράδοση και η λαϊκή τέχνη είναι ζωντανές στην Ουγγαρία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους πα­­­ραδοσιακούς χορούς. Οι ουγγρικοί χοροί είναι μοναδικοί παγκοσμίως καθώς η αυθεντική μουσική και κινησιολογία τους είναι πλήρως τεκμηριωμένη. Παράλληλα με τα επαγγελ­μα­τι­κά συγκροτήματα παραδοσιακών χορών που περιοδεύουν ανά τον κόσμο προβάλλοντας τις αξίες της ουγγρικής λαϊκής χορευτικής και μουσικής κουλτούρας, υπάρχουν στην Ουγ­γαρία αμέτρητα ερασιτεχνικά τμήματα παραδοσιακών χορών.

Αν ρωτήσουμε τους ξένους τι τους έρχεται συνειρμικά στο μυαλό όταν ακούσουν τη λέξη «ουγ­γρικός χορός», θα απαντήσουν «το τσάρντας». Ο όρος «τσάρντας» προέρχεται από το csár­­da (χάνι), απόδειξη ότι τα πανδοχεία της στέπας κάποτε ήταν και μέρη για χορό. Οι χοροί συνοδεύονται από παραδοσιακά μουσικά όργανα, αρκετές φορές όμως οι χορευτές εκτός από το να χορεύουν, τραγουδούν κιόλας, εντυπωσιάζοντας ακόμη περισσότερο το κοινό.

Ο χορός είναι γιορτή ή συνδέεται με γιορτές και για τον λόγο αυτό οι φορεσιές —ιδίως των γυ­­ναικών— είναι πλούσια διακοσμημένες και εντυπωσιακές. Κάθε περιοχή, αλλά συχνά 2–3 γει­­τονικά χωριά ή ακόμη και ένα χωριό μπορεί να έχει μια δική του ενδυματολογική πα­ρά­δο­ση. Λόγω του πλούτου των βελονιών, των στολιδιών, των μοτίβων και των υλικών, τα ουγ­γρικά κεντήματα και υφαντά δίνουν την αίσθηση ενός κα­λει­δοσκοπίου.

Στα πλαίσια του πολιτιστικού φεστιβάλ «Η Ουγγαρία στην Αθήνα» που θα γίνει τον Μάιο, θα επι­σκεφθούν την Ελλάδα οι χορευτές και μουσικοί των Ουγγρικών Κρατικών Λαϊκών Μπα­λέτων και του Καλλιτεχνικού Συγκροτήματος «Δούναβης» και θα δώσουν παραστάσεις σε πολ­λούς χώρους.

Οι δαντέλες του Halas

Τα έργα λαϊκής τέχνης φτιάχνονται αποκλειστικά στο χέρι, όπως ακριβώς και οι δαντέλες του Halas, παγκόσμιας φήμης προϊόντα της παραδο­σια­κής ουγγρικής βιοτεχνίας. Στο Kiskunhalas της Νότιας Ουγγαρίας καμιά δεκαριά χρυσοχέρες κεντίστρες φτιάχνουν με απίθανο μεράκι αυτά τα αραχνοΰφαντα κομψοτεχνήματα. Η κατασκευή δαντελών είναι μια άκρως χρονο­βό­ρα, σχολαστική και λεπτολόγα εργασία. Η τιμή ανά γραμμάριο της δαντέλας συναγωνί­ζε­ται εκείνη του χρυσαφιού. Η ουγγρική δαντέλα που διαφυλάσσει πιστά τα παραδοσιακά μο­τίβα και φτιάχνεται από την πιο λεπτή λινή κλωστή του κόσμου με εξήντα διαφορετικές βε­λονιές, αν­ταγωνίζεται επάξια τις δαντέλες των Βρυξελλών και της Βενετίας. Δαντέλες του Halas προσφέρθηκαν ως δώρο από την ουγγρική Πολιτεία στον πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, το αυ­το­κρατορικό ζεύγος της Ιαπωνίας και σε πολλούς αρχηγούς κρατών και πρώτες κυρίες.

Παγκόσμιας φήμης ουγγρικές πορσελάνες

Η παραγωγή ουγγρικής πορσελάνης ξεκίνησε τον 19 ο αιώνα και μέσα σε λίγες δεκαετίες είχε να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες. Το 1851 στην Παγκόσμια Έκθεση του Λονδίνου τα προ­ϊόν­­τα σε ρυθμό μπαρόκ και αυτοκρατορικό της Πορσελανοποιΐας του Herend βρήκαν μεγάλη απήχηση. Οι πορσελάνες του Herend με τη χαρακτηριστική διακόσμηση από άνθη του κήπου και του αγρού και από πολύχρωμες πεταλούδες κέρδισαν τις προτιμήσεις και της βασίλισσας Βικτώριας, η οποία παρήγγειλε σερβίτσιο από την ουγγρική βιοτεχνία. Οι πορσελάνες με τη διακόσμηση «αλά Βικτώρια» αποτελούν και σήμερα περιζήτητα κομμάτια στις ηγεμονικές αυ­­λές του κόσμου. Προϊόντα της βιοτεχνίας του Herend υπάρχουν τόσο στην αυτοκρατορική αυ­λή της Ιαπωνίας όσο και στη βασιλική αυλή της Ισπανίας, καθώς επίσης στα σπίτια αρ­χη­γών κρατών, ηθοποιών ή μουσικών.

Το 2006 η πιο δημοφιλής μάρκα πορσελάνης στις ΗΠΑ ήταν η Herend. Πήρε προβάδισμα από διεθνώς γνωστές μάρκες όπως η Cartier, η Tiffany, η Rosenthal, η Meissen και η Given­chy. Οι Αμερικανοί αξιολόγησαν 29 παγκόσμιας φήμης μάρκες και έδωσαν την πρώτη θέση στις εκλεκτής ποιότητας χειροποίητες πορσελάνες του Herend τόσο από άποψη συνόλου όσο και λόγω επιμέρους προδιαγραφών.

Ένα μοναδικό ουγγρικό προϊόν με διεθνή καταξίωση αποτελεί και η πορσελάνη Zsolnay. Ιδρυ­θείσα περί τα μέσα του 19 ου αι., η Βιοτεχνία Zsolnay εφαρμόζει τις καινοτομικές και μο­να­δικές στον κόσμο τεχνοτροπίες χρωματισμού του υαλώματος που εφεύρε ο Vil­mos Zsol­nay, από τον οποίο πήρε το όνομά του η βιοτεχνία. Η παρασκευή του πυρογρανίτη και του υα­λώματος «ηωσίνη» αποτελεί επτασφράγιστο μυστικό μέχρι σήμερα. Η ονομασία «ηωσί­νη» ανάγεται στη λέξη «ηώς» και υπαινίσσεται τον ελαφρά κόκκινο ιριδισμό της πρώτης από­­χρωσης κατά τη διαδικασία παραγωγής.

Στα πλαίσια του Ουγγρικού Πολιτιστικού Φεστιβάλ «Η Ουγγαρία στην Αθήνα» το κοινό θα έχει την ευκα

Μοναδικές αξίες στην Ουγγαρία

Πλήθος ιδιαίτερων και ξεχωριστών γνωρισμάτων διακρίνουν αυτή την ενδιαφέρουσα και ποι­κι­­λόμορφη χώρα της Κεντρικής Ευρώπης, όπως είναι η γλώσσα που μιλούν οι Ούγγροι, το το­­πίο, οι παραδόσεις, η λαογραφία, ο πνευματικός και ο υλικός πολιτισμός, τα ήθη και τα έθι­μα, τα αυτόχθονα ζώα, τα φρούτα και τα μπαχαρικά με την απαράμιλλη γεύση και άρωμα, η γαστρονομία, τα κρασιά και τα ποτά.

Η ουγγρική γλώσσα

Η κληρονομιά της Ανατολής που είχαν φέρει οι πρόγονοι των Ούγγρων από τις μετακινήσεις τους σώζεται μόνο στα ενδότερα του πολιτισμού και πρώτα από όλα στην ουγγρική (μα­γυά­ρικη) γλώσσα, η οποία συνδέεται με την κουλτούρα των λαών της Ανατολής μέσω της προ­έ­λευ­­σης του βασικού λεξιλογίου, της γραμματικής δομής και της μυθοπλαστικής ποιη­τι­κό­τη­τας.

Κυρίως οι 17 γραμματικές πτώσεις και η πολύπλοκη κλίση του ρήματος κάνουν δύσκολη την εκ­μάθηση της ουγγρικής γλώσσας, η οποία ανήκει στην οικογένεια των φιννοουγρικών γλωσσών και οι απαρχές τις ανάγονται σε μια εποχή πριν από 2500–2800 χρόνια. Γλωσσικοί συγγενείς των Ούγγρων (Μαγυάρων) είναι οι Λάπωνες, οι Φινλανδοί, οι Εσθονοί και πολλοί μικροί λαοί που ζουν στη σημερινή Ρωσία, στην περιοχή των Ουραλίων και του Βόλγα.

Η Ουγγρική ομιλείται επί του παρόντος από 15 εκατομμύρια άτομα περίπου. Αποτελεί μη­τρική γλώσσα των 10 εκατομμυρίων κατοίκων της Ουγγαρίας και αρκετών εκατομμυρίων Ούγ­γρων που ζουν στις γειτονικές χώρες. Σημαντική είναι η ουγγρική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη, στη Βόρεια και Νότια Αμερική και στην Αυστραλία.

Η ουγγρική στέπα

Ορισμένες ποικιλίες φυτών και είδη ήμερων ζώων που απαντούν μόνο στην περιοχή αυτή έχουν μια αδιάκοπη παρουσία στη ζωή των Ούγγρων εκατοντάδες χρόνια τώρα, όπως το στα­χτί βόδι της στέπας με τα τεράστια κυρτά κέρατα.

Η μοναδικότητα της ουγγρικής στέπας οφείλεται στο ότι παραμένει από πολλές απόψεις αναλλοίωτη εδώ και πολλούς αιώνες και διαφυλάχθηκε από τις αρνητικές επιδράσεις του πολιτισμού. Το Hortobágy, ο μεγαλύτερος συνεχόμενος φυσικός λιβαδότοπος της Ευρώπης, έκτασης 82 χιλιάδων εκταρίων, αποτελεί κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, με ένα εθνικό πάρ­κο, η μοναδική χλωρίδα και πανίδα του οποίου βρίσκεται υπό την προστασία της ΟΥΝΕ­ΣΚΟ ως μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς. Αναπόσπαστο μέρος του τοπίου της ουγγρικής στέ­πας αποτελούν τα κοπάδια των προβάτων ράτσας ratzka, οι καλύβες των τσομπάνων, οι στάβλοι, τα καλπάζοντα άλογα, τα γεράνια για την άντληση του νερού, η περίφημη Γέφυρα με τις Εννιά Καμάρες του ποταμού Hortobágy και δίπλα της το Χάνι και το Μουσείο Ποι­μενι­κής Ζωής. Το Χάνι του Hortobágy είναι από τα πιο γνωστά πανδοχεία και ταβέρνες της Ουγ­γαρίας.

Η ουγγρική κουζίνα

Η απράμιλλη γεύση καθιστά ξεχωριστά τα ουγγρικά φαγητά και η χαρακτηριστική εμφάνισή τους με τo πλούσιο βαθυκίτρινο ή κόκκινο χρώμα οφείλεται στο «κόκκινο χρυσάφι», την πά­πρικα. Η ουγ­γρική κουζίνα έχει να προσφέρει πολλά περίτεχνα εδέσματα για εκλεκτούς ου­ρανίσκους, αλλά τα δύο πιο γνωστά φαγητά —το γκούλας (gulyás) και το pörkölt— αρχικά ήταν φαγητά των βοσκών.

Το γκούλας είναι γνήσια ουγγρική σπεσιαλιτέ, αν και θα το βρείτε στο μενού πολλών εστια­τορίων του εξωτερικού. Όπως είναι φυσικό, οι ξένες εκδοχές του γκούλας επηρεάζονται από τις ιδιαιτερότητες της τοπικής κουζίνας και τις δημιουργικές καινοτομίες των απανταχού σεφ. Το φημισμένο αυτό φαγητό οφείλει το όνομά του στους αγελαδάρηδες που βόσκουν τα κο­πά­δια βοοειδών. Απαραίτητο μπαχαρικό του γνήσιου γκούλας είναι η καυτερή πιπεριά: γκούλας χωρίς πάπρικα δεν νοείται.

Το όνομα του pörkölt («τσιγαριστό») αναφέρεται στον τρόπο παρασκευής, στο τσιγάρισμα. Pör­költ γίνεται από όλα τα κρέατα: χοιρινό, βοδινό, μοσχαρίσιο, προβατίσιο, ζαρκαδίσιο, ελα­φίσιο ή κρέατα πουλερικών. Οι καλοφαγάδες προτιμούν τα pörkölt που φτιάχονται σε μι­κρά καζάνια, σε ανοιχτή φωτιά στο ύπαιθρο.

Όποιος έρθει στην Ουγγαρία και βρεθεί στις όχθες του Δούναβη, του Τίσα ή της Μπάλατον, σίγουρα θα κάνει τη γνωριμία της τοπικής ψαρόσου­πας. Η ουγγρική ψαρόσουπα διαφέρει κα­τά περιοχές, με μόνο κοινό χαρακτηριστικό ότι προσφέρει αξέχαστη γαστρονομική εμπει­ρία.

Εκτός από τα φαγητά της ουγγρικής κουζίνας και το σαλάμι Ουγγαρίας είναι περιζήτητο σε όλο τον κόσμο. Στη Βουδαπέστη παράγεται η μάρκα Herz και στο Szeged η μάρκα Pick, με βάση το εκλεκτό χοιρινό κρέας, με πολύ μεράκι και σύμφωνα με συνταγές που αποτελούν επτα­­­σφρά­γιστο μυστικό. Η τεχνολογία παρασκευής και η γεύση του σαλαμιού Pick παραμέ­νει απα­ράλλακτη από το 1869 έως σήμερα.

Κατά τη διάρκεια του ουγγρικού πολιτιστικού φεστιβάλ «Η Ουγγαρία στην Αθήνα», από 25 Μαΐου έως 3 Ιουνίου 2007 θα σερβίρονται ουγγρικά φαγητά και κρασιά στο εστιατόριο Βυ­ζαντινό του Ξενοδοχείου Χίλτον της Αθήνας. Θα έρθουν Ούγγροι μάγειρες στην Αθήνα ειδι­κά για την περίσταση και Ούγγροι χορευτές και μουσικοί θα προσφέρουν ψυχαγωγία στο κοι­νό.

Τοπικά ποτά

Η Ουγγαρία προσφέρει εξαιρετικά απεριτίφ, κυρίως αποστάγματα φρούτων (παλίνκα), το λικέρ Unicum και το ξηρό κρασί szamorodni του Tokaj.

Η προστασία της ονομασίας προέλευσης των ουγγρικών αποσταγμάτων φρούτων διασφα­λί­ζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποστάγματα γί­νον­ται από όλα σχεδόν τα φρούτα. Στην Ουγ­­γαρία φτιάχνονται κυρίως από δαμάσκηνα, βερίκοκα, κεράσια, αχλάδια, φράουλες καθώς και από ζυμωμένα στέμφυλα (τσίπουρα).

Το ρακοπότηρο είναι φαρδύ κάτω και στενεύει πάνω. Τα αποστάγματα πίνονται σε θερ­μο­κρα­­σία δωματίου, αφού ζεσταθούν λίγο στο χέρι, για να αναδώσουν το άρωμά τους που εισπνέ­ουμε από τη μύτη και να αντιλαμβανόμαστε πιο έντονα τη γεύση του ώριμου φρούτου στο στόμα μας.

Το πιο φημισμένο λικέρ πήρε το όνομά του από τον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Ιω­σήφ Β΄. «Das ist ein Unicum» (Αυτό είναι όντως μονα­δικό), αναφώνησε όταν ο Ούγγρος αυ­λικός γιατρός του, ο δόκτωρ Zwack το 1790 του έδωσε να δοκιμάσει το ποτό που επινόησε για την ανα­κού­φιση των στομαχικών προβλημάτων του. Πρόκειται για ένα εκλεκτό ημίπικρο μπίτερ βοτάνων με πολυσύνθετη γεύση, η βιομηχανική παραγωγή του οποίου ξεκίνησε το 1840. Το Unicum πίνεται παγωμένο ή σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, ανάλογα με τις προτι­μή­σεις και τη διάθεσή μας. Ένα αστείο λέει: «Σε μικρές ποσότητες το Unicum αποτελεί φάρμακο, σε μεγάλες... πανάκεια». Πάντως, λίγη προσοχή δεν βλάπτει, αφού ως γνωστόν τα θε­ρα­­πευτικά σκευάσματα συχνά έχουν και τις παρενέργειές τους...

Παγκόσμιας φήμης κρασιά

Στις ηλιόλουστες πλαγιές και στις πεδιάδες της Ουγγαρίας η αμπελουργία έχει μακρά παρά­δοση, σχεδόν τριών χιλιάδων ετών. Ενδεικτικό των επιδόσεων των αμπελουργών είναι το διά­ταγμα της Μαρίας Θηρεσίας (βασίλισσας της Ουγγαρίας, 1717–1780), το οποίο ορίζει ότι οι πρίγκιπες των Αψβούργων πρέπει να πίνουν κρασί του Somló την πρώτη νύχτα του γάμου, για να αποκτήσουν άρρενες απογόνους.

Έξω από το Tokaj και από καμιά εικοσαριά χωριά της περιοχής παράγεται το φημισμένο κρασί που τα τελευταία χρόνια σημειώνει όλο και μεγαλύτερη επιτυχία στους πιο έγκυρους διεθνείς οινολογικούς διαγωνισμούς κατακτώντας οπαδούς εντός και εκτός Ουγγαρίας. Το Tokaj βγάζει ξηρά κρασιά, «szamorodni» και λιαστό κρασί, το περίφημο «τοκάυ». Η μοναδικότητα διακρίνει το szamorodni και ιδίως το τοκάυ. Ο φυσικός γλυκός οίνος τοκάυ είναι απίθανα γλυκόπιοτο και ανήκει στα καλύτερα επιδόρπια κρασιά του κόσμου. Η γεύση του ασκεί μια συνδυασμένη επί­δραση στις αισθήσεις μας, συν­δυά­ζοντας τα αρώματα του τρυφερού πράσινου καρυ­διού, της κα­ρα­μελωμένης ζάχαρης, των διαφόρων αποξηραμένων φρούτων, της φλούδας πορτοκαλιού και του αμύγδαλου.

Τα θεσπέσια αυτά κρασιά έφταναν και στις βασιλικές αυλές. Γοητευμένος από το τοκάυ που του προσφέρθηκε ως δώρο, ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ (ο Βασιλιάς-Ήλιος) το αποκάλεσε τιμητικά «Οίνο των βασιλέων, βασιλέα των οίνων». Το απολάμβαναν ευχαρίστως ο τσάρος Μέγας Πέτρος, η Μεγάλη Αικατερίνη και ο Φρειδερίκος Β΄, αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ ο Βολταίρος, ο Γκαίτε και ο Σούμπερτ το χρησιμοποιούσαν σαν πηγή έμπνευσης και καλής διάθεσης.

Το όνομα του κρασιού «Αίμα του Ταύρου» σχετίζεται στις παραδόσεις με τα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας. Λέγεται ότι κατά την πολιορκία του κάστρου του Eger, το 1552, όταν οι υπερασπιστές άρχισαν να εμφανίζουν σημάδια κόπωσης στον αδιάκοπο, υπεράνθρωπο αγώνα, ο διοικητής του κάστρου, ο István Dobó, διέταξε να ανοίξουν τα κελάρια και μοίρασε κρασί στους μαχητές. Τα παλικάρια άδειαζαν τις κούπες, γεμάτες μαύρο κρασί του Eger, που χυνόταν στα γένια και τον θώρακά τους. Βλέποντας το κόκκινο υγρό να στάζει από το μου­στάκι και τα γένια των αμυνομένων, οι πολιορκητές άρχισαν να διαδίδουν ότι οι Ούγγροι πί­νουν αίμα ταύρου και γι’ αυτό δεν χάνουν ποτέ τη δύναμή τους.

Οι Ούγγροι αμπελουργοί φτιάχνουν ποικίλα κρασιά εκλεκτής ποιότητας με ξεχωριστά γευ­στικά χαρακτηριστικά, από τα ήρεμα και αρμονικά κρασιά των καθημερινών έως τα νέκταρ των εορτών. Μια έκθεση με ταμπλό που παρουσιάζει 22 οινοπαραγωγές περιοχές και ξεχω­ριστά κρασιά της Ουγγαρίας θα λειτουργήσει στο Ξενοδοχείο Χίλτον της Αθήνας, στον χώρο μπροστά στο εστιατόριο Βυζαντινό από 25 Μαΐου – 3 Ιουνίου 2007.

Γλυκίσματα

Η φημισμένη Τούρτα Dobos πήρε το όνομά της από τον ζαχαροπλάστη József C. Dobos, ο οποί­ος ξάφνιασε τους φίλους των γλυκισμάτων με το δημιούργημά του το 1884: έβαζε ανά­μεσα στα λεπτά φύλλα παντεσπάνι κρέμα βουτύρου με βανίλια και κακάο (αυτή ήταν η εφεύ­ρεσή του) και σκέπαζε το επάνω μέρος της τούρτας με κεχριμπαρένιο γλάσο από καρα­με­λωμένη ζάχαρη. Η τούρτα Dobos ήταν από τα αγαπημένα γλυκά της Σίσσυ της Αυστρίας. Το εργαστήρι ζαχαροπλαστικής της Πέστης έκανε και μεγάλες εξαγωγές: οι τούρτες του József C. Dobos μεταφέρονταν σε ειδικά ξύλινα κουτιά στις γειτονικές χώρες.

Πάνε εκατό περίπου χρόνια που ξεκίνησε τη θριαμβευτική του πορεία ένα άλλο επιδόρπιο, η Κρέ­πα Gundel. Η δημιουργία αυτή του Károly Gundel, ιδιοκτήτη του ομώνυμου εστιατορίου και συνάμα εξαίρετου μάγειρα και ζαχαροπλάστη, δεν λείπει από κανένα ουγγρικό εστιατό­ριο και είναι από τα πιο προσφιλή γλυκίσματα.

Και η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί με το Γλυκό του Somló, την Πάστα Gerbeaud και με τόσους άλλους γλυκούς πειρασμούς της Ουγγαρίας.

Από 25 Μαΐου έως 3 Ιουνίου μπορείτε να παραγγείλετε ουγγρικές πάστες και γλυκίσματα, φτιαγμένα από κορυφαίους ζαχαροπλάστες του Gerbeaud, του καλύτερου ζαχαροπλαστείου της Ουγγαρίας, από τον κατάλογο του Aethrion Café του Χίλτον της Αθήνας (δεξιά από την είσο­δο).

Ο παραδοσιακός πολιτισμός

Η παράδοση και η λαϊκή τέχνη είναι ζωντανές στην Ουγγαρία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους πα­­­ραδοσιακούς χορούς. Οι ουγγρικοί χοροί είναι μοναδικοί παγκοσμίως καθώς η αυθεντική μουσική και κινησιολογία τους είναι πλήρως τεκμηριωμένη. Παράλληλα με τα επαγγελ­μα­τι­κά συγκροτήματα παραδοσιακών χορών που περιοδεύουν ανά τον κόσμο προβάλλοντας τις αξίες της ουγγρικής λαϊκής χορευτικής και μουσικής κουλτούρας, υπάρχουν στην Ουγ­γαρία αμέτρητα ερασιτεχνικά τμήματα παραδοσιακών χορών.

Αν ρωτήσουμε τους ξένους τι τους έρχεται συνειρμικά στο μυαλό όταν ακούσουν τη λέξη «ουγ­γρικός χορός», θα απαντήσουν «το τσάρντας». Ο όρος «τσάρντας» προέρχεται από το csár­­da (χάνι), απόδειξη ότι τα πανδοχεία της στέπας κάποτε ήταν και μέρη για χορό. Οι χοροί συνοδεύονται από παραδοσιακά μουσικά όργανα, αρκετές φορές όμως οι χορευτές εκτός από το να χορεύουν, τραγουδούν κιόλας, εντυπωσιάζοντας ακόμη περισσότερο το κοινό.

Ο χορός είναι γιορτή ή συνδέεται με γιορτές και για τον λόγο αυτό οι φορεσιές —ιδίως των γυ­­ναικών— είναι πλούσια διακοσμημένες και εντυπωσιακές. Κάθε περιοχή, αλλά συχνά 2–3 γει­­τονικά χωριά ή ακόμη και ένα χωριό μπορεί να έχει μια δική του ενδυματολογική πα­ρά­δο­ση. Λόγω του πλούτου των βελονιών, των στολιδιών, των μοτίβων και των υλικών, τα ουγ­γρικά κεντήματα και υφαντά δίνουν την αίσθηση ενός κα­λει­δοσκοπίου.

Στα πλαίσια του πολιτιστικού φεστιβάλ «Η Ουγγαρία στην Αθήνα» που θα γίνει τον Μάιο, θα επι­σκεφθούν την Ελλάδα οι χορευτές και μουσικοί των Ουγγρικών Κρατικών Λαϊκών Μπα­λέτων και του Καλλιτεχνικού Συγκροτήματος «Δούναβης» και θα δώσουν παραστάσεις σε πολ­λούς χώρους.

Οι δαντέλες του Halas

Τα έργα λαϊκής τέχνης φτιάχνονται αποκλειστικά στο χέρι, όπως ακριβώς και οι δαντέλες του Halas, παγκόσμιας φήμης προϊόντα της παραδο­σια­κής ουγγρικής βιοτεχνίας. Στο Kiskunhalas της Νότιας Ουγγαρίας καμιά δεκαριά χρυσοχέρες κεντίστρες φτιάχνουν με απίθανο μεράκι αυτά τα αραχνοΰφαντα κομψοτεχνήματα. Η κατασκευή δαντελών είναι μια άκρως χρονο­βό­ρα, σχολαστική και λεπτολόγα εργασία. Η τιμή ανά γραμμάριο της δαντέλας συναγωνί­ζε­ται εκείνη του χρυσαφιού. Η ουγγρική δαντέλα που διαφυλάσσει πιστά τα παραδοσιακά μο­τίβα και φτιάχνεται από την πιο λεπτή λινή κλωστή του κόσμου με εξήντα διαφορετικές βε­λονιές, αν­ταγωνίζεται επάξια τις δαντέλες των Βρυξελλών και της Βενετίας. Δαντέλες του Halas προσφέρθηκαν ως δώρο από την ουγγρική Πολιτεία στον πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, το αυ­το­κρατορικό ζεύγος της Ιαπωνίας και σε πολλούς αρχηγούς κρατών και πρώτες κυρίες.

Παγκόσμιας φήμης ουγγρικές πορσελάνες

Η παραγωγή ουγγρικής πορσελάνης ξεκίνησε τον 19 ο αιώνα και μέσα σε λίγες δεκαετίες είχε να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες. Το 1851 στην Παγκόσμια Έκθεση του Λονδίνου τα προ­ϊόν­­τα σε ρυθμό μπαρόκ και αυτοκρατορικό της Πορσελανοποιΐας του Herend βρήκαν μεγάλη απήχηση. Οι πορσελάνες του Herend με τη χαρακτηριστική διακόσμηση από άνθη του κήπου και του αγρού και από πολύχρωμες πεταλούδες κέρδισαν τις προτιμήσεις και της βασίλισσας Βικτώριας, η οποία παρήγγειλε σερβίτσιο από την ουγγρική βιοτεχνία. Οι πορσελάνες με τη διακόσμηση «αλά Βικτώρια» αποτελούν και σήμερα περιζήτητα κομμάτια στις ηγεμονικές αυ­­λές του κόσμου. Προϊόντα της βιοτεχνίας του Herend υπάρχουν τόσο στην αυτοκρατορική αυ­λή της Ιαπωνίας όσο και στη βασιλική αυλή της Ισπανίας, καθώς επίσης στα σπίτια αρ­χη­γών κρατών, ηθοποιών ή μουσικών.

Το 2006 η πιο δημοφιλής μάρκα πορσελάνης στις ΗΠΑ ήταν η Herend. Πήρε προβάδισμα από διεθνώς γνωστές μάρκες όπως η Cartier, η Tiffany, η Rosenthal, η Meissen και η Given­chy. Οι Αμερικανοί αξιολόγησαν 29 παγκόσμιας φήμης μάρκες και έδωσαν την πρώτη θέση στις εκλεκτής ποιότητας χειροποίητες πορσελάνες του Herend τόσο από άποψη συνόλου όσο και λόγω επιμέρους προδιαγραφών.

Ένα μοναδικό ουγγρικό προϊόν με διεθνή καταξίωση αποτελεί και η πορσελάνη Zsolnay. Ιδρυ­θείσα περί τα μέσα του 19 ου αι., η Βιοτεχνία Zsolnay εφαρμόζει τις καινοτομικές και μο­να­δικές στον κόσμο τεχνοτροπίες χρωματισμού του υαλώματος που εφεύρε ο Vil­mos Zsol­nay, από τον οποίο πήρε το όνομά του η βιοτεχνία. Η παρασκευή του πυρογρανίτη και του υα­λώματος «ηωσίνη» αποτελεί επτασφράγιστο μυστικό μέχρι σήμερα. Η ονομασία «ηωσί­νη» ανάγεται στη λέξη «ηώς» και υπαινίσσεται τον ελαφρά κόκκινο ιριδισμό της πρώτης από­­χρωσης κατά τη διαδικασία παραγωγής.

Στα πλαίσια του Ουγγρικού Πολιτιστικού Φεστιβάλ «Η Ουγγαρία στην Αθήνα» το κοινό θα έχει την ευκαιρία να επισκεφθεί την έκθεση του αντιπροσώπου της Πορσελανοποιΐας Herend από 25 Μαρτίου έως 3 Ιουνίου στο Ξενοδοχείο Hilton της Αθήνας.

ιρία να επισκεφθεί την έκθεση του αντιπροσώπου της Πορσελανοποιΐας Herend από 25 Μαρτίου έως 3 Ιουνίου στο Ξενοδοχείο Hilton της Αθήνας.